Η Κατερίνη, εκεί κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’50 και του ‘60 αναβιώνει στο βιβλίο του Παρασκευά Καλπακτσόγλου* “Το σπίτι μου… η γειτονιά μου… η πόλη μου” που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο κοινό της πόλης, στο πλαίσιο των πολιτιστικών εκδηλώσεων της Εστίας Πιερίδων Μουσών “Εαρινές Ημέρες Μουσών” το απόγευμα της Τετάρτης, στην Αστική Σχολή.

Ο συγγραφέας, μέσω της αναφοράς του σε προσωπικά βιώματα, κάνει ένα flash back σε γνωστά γεγονότα, συνήθειες, πρόσωπα και καταστάσεις εκείνης της εποχής που σημάδεψαν την πόλη αλλά και τον ίδιο, έχοντας ως στόχο αυτό που σημειώνει και στην εισαγωγή του βιβλίου του: “Να θυμηθούν οι μεγαλύτεροι και να μάθουν οι νεότεροι”.
Ο συγγραφεάς περιγράφει εικόνες αυτής, της… “παλιάς” Κατερίνης έτσι όπως ακριβώς τις θυμάται, αναβιώνοντας ωστόσο μνήμες που δεν είναι μόνο δικές του, αλλά μίας ολόκληρης γενιάς που έζησε, δούλεψε και “ανδρώθηκε” σε αυτή την πόλη.
“Ό,τι περιγράφω στο βιβλίο το έχω δει ή το έχω διαβάσει, το έχω ζήσει. Πολύ λίγα πράγματα γράφω για όσα έχω ακούσει. Όμως κι αυτά , πριν τα γράψω, φρόντισα να τα έχω διασταυρώσει…” αναφέρει σε άλλο σημείο της εισαγωγής του βιβλίου.

“Διαβάζοντάς το συγκινήθηκα” ανέφερε ο καθηγητής Θανάσης Μπίντας ο οποίος έκανε τη φιλολογική ανάλυση του βιβλίου. Όπως είπε “δεν πρόκειται για απομνημονεύματα, ούτε ιστορία. Αφορά λίγο-πολύ γνωστά γεγονότα σε όσους γεννήθηκαν πριν από το 1950. Προσπάθησα να το κατατάξω αλλά μου στάθηκε αδύνατο. Δεν είναι μυθιστόρημα, δοκίμιο, έρευνα ή μελετη. Τί είναι; Είναι όλα μαζί αυτά που είπα. Και αυτό δεν αφαιρεί τίποτα απο την αξία του”, σημείωσε ο κ. Μπίντας επισημαίνοντας ότι ο συγγραφέας επιχειρεί να καταγράψει εικόνες “στις οποίες δίνει μία μορφή αθανασίας”.
“Πρόκειται για ακριβής αναπαράσταση του πολιτικού, κοινωνικού, πολιτισμικού και οικονομικού σκηνικού της εποχής” ανέφερε ο κ. Μπίντας προσθέτωντας ότι μέσα στο βιβλίο απεικονίζονται οι στρωματικές διαφοροποιήσεις που είχε αυτή η πόλη.
“Το σπίτι, η γειτονιά, η πόλη, οι συνοικισμοί, τα πάρκα, οι εκκλησίες, τα γήπεδα, τα μαγαζιά, τα ΜΜΕ, οι συνήθειες, τα έθιμα, τα εδέσματα, τα φαγητά, τα περίεργα επαγγέλματα που χάθηκαν περιγράφονται μέσα στο βιβλίο. Ο συγγραφέας είναι αφοσιωμένος στην παραδοσιακή γραμμική αφήγηση αλλά κάθε κεφάλαιο είναι ανεξάρτητη αφηγηματική εικόνα. Είναι απλό, χωρίς να γίνεται απλοϊκό” σημείωσε.
Εξάλλου χαρακτήρισε τον συγγραφεά “λογοπλάνο” ενώ, όπως είπε, “αποδίδει το χθες με τη γλώσσα των ονείρων”.
“Περισσότερο δραματοποιεί παρά περιγράφει. Είναι ένας σαγηνευτικός παρατηρητής. Περιγράφει εμπειρίες συναντώντας εκδοχές του εαυτού μας” ανέφερε σε άλλο σημείο της παρουσίασης ο κ. Μπίντας και συνέχισε “Βλέπουμε στο κείμενο το πεπρωμένο να συνάπτει σχέσεις με το τυχαίο”.
Αποσπάσματα του βιβλίου διάβασε ο καθηγητής και τραγουδοποιός Γιώργος Βατουσιάδης ο οποίος διάνθισε μουσικά την παρουσίαση με την κιθάρα του.
Εμφανώς συγκινημένος ο συγγραφέας ευχαρίστησε τους παρευρισκομένους και τους δύο ομιλητές που ανέδειξαν πτυχές του βιβλίου και της προσπάθειας του.
“Σας διαβεβαιώνω ότι μ’ άφησαν έκπληκτο όλα όσα είπε (σ.σ. ο κ. Μπίντας) και ομολογώ ότι μόλις τώρα αντιλαμβάνομαι το τί έκανα γράφοντας αυτό το βιβλίο. Πρέπει επίσης να ευχαριστήσω και την Εστία Πιερίδων Μουσών υπό την αιγίδα της οποίας έγινε αυτή η εκδήλωση καθώς και τον Οργανισμό Παιδείας και Πολιτισμού του Δήμου Κατερίνης που διέθεσε αυτή την αίθουσα. Ακόμη όμως πρέπει να ευχαριστήσω και όλους όσους γνώριζαν την προσπάθεια αυτή που επιχειρούσα και μου προσέφεραν φωτογραφίες, γιατί το βιβλίο χωρίς τις φωτογραφίες θα ήταν κάπως βαρετό ή ανιαρό. Περισσότερο όμως θέλω να ευχαριστήσω τον Ντίνο το Βέργα που μου εμπιστεύθηκε αρκετές φωτογραφίες του από την πόλη, καθώς επίσης και τον μακαρίτη τον Σα-Τσι, το Σάββα Τσιλιγγιρίδη, του οποίου φωτογραφίες, όσες είναι δημοσιευμένες και ανηρτημένες στην πόλη, μερικές από τις οποίες χρησιμοποίησα, καθώς και το Νίκο το Σπυρίδη, που επίσης δεν βρίσκεται ανάμεσά μας πια, που έχει ένα καταπληκτικό αρχείο φωτογραφιών της πόλης. Το βρήκα ψηφιοποιημένο στη ΝΕΛΕ Πιερίας, όταν υπηρετούσα εκεί και χρησιμοποίησα μερικές φωτογραφίες από αυτές”.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο κ. Καλπακτσόγλου στη σύζυγό του Κατερίνα, την οποία ευχαρίστησε “για την υπομονή, την ανοχή και την καρτερικότητα που έδειξε στο χρόνο αυτό που χρειάστηκε να γράψω το βιβλίο καθώς και τις πολύτιμες υποδείξεις της για τη σύνταξη αυτού του βιβλίου”.

kalpaktsoglou8

Ο κ. Καλπακτσόγλου υπογράφει το βιβλίο της 6χρονης εγγονής του, Κατερίνας

“Το χώρο του σχολείου τον επέλεξα γιατί ήθελα να τιμήσω τον χώρο που έμαθα τα πρώτα μου γράμματα”, ανέφερε ο συγγραφέας ενώ όπως είπε πρόθεσή του ήταν αρχικά να γράψει λίγα πράγματα για το σπίτι του αλλά μη μπορώντας να αποκόψει το σπίτι από τη γειτονιά και τη γειτονιά από την πόλη το βιβλίο πήρε τελικά μία τελείως διαφορετική μορφή, πιο διευρυμένη.
Ανέφερε χαρακτηριστικά:
“Ήθελα αρχικά να γράψω λίγα πράγματα για το σπίτι μου ύστερα από την εξαφάνιση αυτού του τυπικού σπιτιού της γειτονιάς των Αστικών, μετά από την τσιμεντοποίηση που ήρθε με την εποχή της αντιπαροχής. Γιατί τα τυπικά στοιχεία αυτής της γειτονιάς εξαφανίστηκαν, εξαιτίας της λαχτάρας του κόσμου για τον λεγόμενο πολιτισμό. Δηλαδή για να απολαύσουν το καλοριφέρ, το μπάνιο, το ζεστό νερό, το ασανσέρ και τους χώρους που προσέφερε ένα διαμέρισμα.
Σιγά σιγά διαπίστωσαν όλοι ότι αυτός ο πολιτισμός έφερε την καταστροφή της γειτονιάς, την εξαφάνιση της αυλής, την εξαφάνιση του κήπου, του πράσινου, της δροσιάς, ακόμη και την εξαφάνιση των πουλιών που πετούσαν σε αυτή τη γειτονιά.
Δεν μπορούσα όμως να αφήσω ξεκρέμαστο το σπίτι και ξεκομμένο τελείως από τη γειτονιά. Και έτσι άρχισα να γράφω και ορισμένα πράγματα για τη γειτονιά μου, τη γειτονιά των Αστικών ή των Αστών όπως συνθιζόταν τότε, αλλά ακόμη και τώρα να λέγεται.
Γράφοντας όμως για τη γειτονιά μου διαπίστωσα πάλι το ίδιο. Ότι δεν μπορούσα να αποκόψω τη γειτονιά μου από την πόλη. Και τελικά ασχολήθηκα και έγραψα πολύ περισσότερα πράγματα κυρίως για την πόλη περιγράφοντας το πώς ζούσε ο κόσμος την εποχή εκείνη. Δηλαδή τί έτρωγε, τί έπινε, τί διάβαζε, τί άκουγε και τί έβλεπε. Πώς διασκέδαζε, πώς έπαιζαν τα παιδιά, πώς ο κόσμος ντύνονταν, πώς περνούσε τον ελεύθερό του χρόνο και σιγά σιγά επεκτάθηκα και στην περιγραφή κτηρίων, σημείων, άλλων τόπων της πόλης, άρχισα να ασχολούμαι με την περιγραφή των επαγγελμάτων της πόλης, της εποχής εκείνης (που τώρα άρχισαν να εκλίπουν αυτά τα επαγγέλματα) με την περιγραφή συνηθειών και τέλος έκανα αναφορά σε κάποια γεγονότα που απασχόλησαν την τοπική κοινή γνώμη.
Ό, τι περιέγραψα είναι πράγματα τα οποία τα γνωρίζετε όλοι. Ειλικρινά στόχευσα στο να μείνει στις επόμενες γενιές ένα στοιχείο για το ποιοι τελικά ήμασταν ως κοινωνία και πώς ζούσαμε. Αν τελικά κατάφερα να σας συγκινήσω δεν ήταν καθόλου στς προθέσεις μου. Άλλωστε πιστεύω ότι δεν διαθέτω καθόλου το συγγραφικό χάρισμα ή το ποιητικό και ειλικρινά δεν περίμενα αυτή την απήχηση που έχει το βιβλίο» κατέληξε ο συγγραφέας.

*Γεννημένος το 1948. Αποφοίτησε από τη Γεωπονική Σχολή του ΑΠΘ το 1972, φοίτησε στη Βιομηχανική Σχολή Θεσσαλονίκης και αποφοίτησε από την Παιδαγωγική Τεχνική Σχολή της Σ.Ε.Λ.Ε.Τ.Ε. Σταδιοδρόμησε ως δημόσιος υπάλληλος. Μεταξύ άλλων επιλέχθηκε και υπηρέτησε Διευθυντής της ΝΕΛΕ Πιερίας και Διευθυντής του ΙΕΚ Κατερίνης.